Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ταΰγετος - κορυφή Προφήτης Ηλίας (06-07-02/16)

2 κείμενα για την ανάβαση στα 2407μ

Ο Ταΰγετος λειτουργεί κάπως σα μαγνήτης. Η εμπειρία της ανάβασης και το βίωμα του να στέκεσαι εκεί στη κορυφή του στα 2407 μέτρα πάνω από τα σύννεφα είναι τόσο δυνατά που σε ακολουθούν για πάντα. Κι αν ανέβεις μια φορά, ποτέ αυτή δεν είναι αρκετή, …ούτε και η δεύτερη, ούτε και η τρίτη. Είναι αυτή η αίσθηση της κορυφής που σε μαγνητίζει που σε κάνει να θέλεις να επιστρέφεις…

Ας διαβάσουμε λοιπόν στη συνέχεια την εμπειρία της ανάβασης μέσα από δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Πρόκειται για τη χειμερινή ανάβαση στον Πρ. Ηλία στις 6-7/2/2016

           

                Και ξεκινήσαμε με οδηγό τον Μανώλη, ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να γέρνει.

                Με ανυπομονησία περίμενα να φτάσουμε μετά το Τουριστικό, εκεί που αρχίζει η κατηφόρα για την Σπάρτη. Στο δρόμο κοιτούσαμε τις κορυφές του Ταΰγετου και το μάτι μας εστίαζε στα 2407 και πίσω το ηλιοβασίλεμα

                Μαγκανιάρη αφήσαμε το βανάκι με κατεύθυνση το καταφύγιο της Σπάρτης. Kαθώς προχωρούσαμε το δροσόπαγο έδωσε τη θέση του στο χιόνι που έλαμπε σαν χρυσόσκονη από τα led των φακών. Τα δέντρα άρχισαν να πυκνώνουν και να αγκαλιάζουν το μονοπάτι.

                Φτάσαμε στο καταφύγιο, μια λάμπα υγραερίου, τραπεζαρία, κρεβάτια και κάπου από μέσα ακούστηκαν δύο φωνές που μας καλησπέρισαν, ήταν η Δήμητρα και ο Βαγγέλης εθελοντές του ΕΟΣ Σπάρτης που είχαν ανέβει για να ζεστάνουν το καταφύγιο και να μας φροντίσουν, που είχαν ανέβει ακόμα μια φορά αυτά τα τελευταία 20 χρόνια.

                Είχα καιρό να ξυπνήσω 6:55. Ετοιμαστήκαμε και ξεκινήσαμε από τα 1560μ για τα 2407μ.

                Ο όγκος του βουνού ήταν επιβλητικός, κατάλευκος και παγωμένος, μία σκεφτόμουνα τον Λιαντίνη και μία το Βρεττάκο.  Ο ήλιος θύμιζε δεκαπενταύγουστο, δυνατός και ζεστός.

                Περπατούσαμε στο βαθύ χιόνι που σιγά σιγά έγινε πάγος και φορέσαμε τα κραμπόν για να μη γλιστράμε. Η κορυφή όλο και ερχόταν ποιο κοντά μας, αρχίσαμε να βλέπουμε την Ελαφόνησο ανατολικά, ο αέρας δυνάμωνε όλο και ποιο πολύ.

                Μια στάση πριν την κορυφή.

                Ακολουθήσαμε την κορυφογραμμή, κραμπόν - πιολέ, κραμπόν - πιολέ, βήμα - βήμα. Το “Χαλασμένο” 2204μ δεξιά μας ένα άλλο βουνό, μια φοβερή εμπειρία.

                Στόχος η κορυφή, που λίγο πριν φτάσω αφέθηκα  να με πάρει το “ταξίδι” να περιγράψω στον εαυτό μου αυτά που αντίκριζα, τις ριπές του ανέμου που έξυναν το χιόνι της κορυφής, τα σύννεφα που είχα καιρό να τα δω από πάνω, τον ήλιο, την ομάδα που ερχόταν από πίσω σαν πολύχρωμες γυαλένιες και τα παιδιά να αγναντεύουν από τα 2407 αυτή τη θέα την μοναδική.

 

Dk

(Ντάνυ Κάργας)

 

Αγγίζοντας το άπειρο της Πελοποννήσου και της ψυχής.

 

                Αφήσαμε το βαν μας στις πηγές του Μαγγανιάρη. Αλλάξαμε τον πρόχειρο ρουχισμό μας, φορτωθήκαμε τα σακίδια με τον εξοπλισμό μας και ξεκινήσαμε για το μονοπάτι που θα μας οδηγούσε στο καταφύγιο στη θέση Βαρβάρα. Θα ήταν η ώρα 19:00 και η ευθυμία της παρέας σπινθήριζε στην σκοτεινιά ανάμεσα από τους δενδροκορμούς. Οι μικρές λάμψεις των φακών μας από μακριά έμοιαζαν με κινούμενα αστέρια στο μαύρο ουρανό. Ήταν η τελευταία "προπόνηση" πριν από το μεγάλο φινάλε. Φτάσαμε 1 ώρα μετά στο καταφύγιο όπου μας περίμενε ζεστό τσάι και λαχταριστός τραχανάς. Και αφού η νύχτα έκλεισε με  ανέκδοτα και τραγούδια, φυσικά, όπως πάντα, πήγαμε να κοιμηθούμε, άλλοι στο καταφύγιο και άλλοι στην χιονισμένη ύπαιθρο.

                Το πρωί πια ξεκινήσαμε μικροί μεγάλοι, με όμορφη ενέργεια και πολύ ανυπομονησία, για την κορυφή μας. Άλλοι για να ξαναδούν το θαύμα και άλλοι για να το πρωτοθαυμάσουν. Οι συζητήσεις και τα πειράγματα δεν έλειψαν από την ομάδα, ακόμη και όταν άρχισε να εμφανίζεται το πρώτο κύμα κούρασης. Στα μισά της διαδρομής φορέσαμε τα κραμπόν μας και  συνεχίσαμε. Οι αρχάριοι της παγοανάβασης τα πήγαν πολύ καλά, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει πως οι παλιοί δεν βρίσκονταν δίπλα για να τους συμβουλεύουν.

                Επιτέλους διασχίσαμε τις πόρτες ..πλησιάζουμε. Το τοπίο τριγύρω καθώς προχωράμε δε σου επιτρέπει να συγκεντρωθείς στο δρόμο σου. Η θέα είναι αποσβολωτική. Έχουμε ένα στόχο όμως, βάζουμε το κεφάλι κάτω και συνεχίζουμε. Μπήγουμε τις μύτες των κραμπόν στο πάγο και οδεύουμε προς το στόχο μας. Φυσάει, δε μας νοιάζει, το ποθητό όνειρο είναι λίγα μέτρα μακριά μας πια. Προχώρα καρδιά μου να αγαλλιάσεις. Τα χέρια μου τρέμουν από τη σύγκρουση των συναισθημάτων αλλά σταματάω και περιμένω τους τελευταίους. Ήμαστε παρέα, ανεβαίνουμε μαζί. Λίγο ακόμη θέλουμε, ελάτε, μας περιμένουν οι άλλοι πάνω.

                Και.. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Η Πελοπόννησος από κάτω μας! Η φύση που μας γεννά, τα σύννεφα που μας συντηρούν, ο αέρας που αναπνέουμε,  όλα ακάλυπτα και εκτεθειμένα στα μάτια μας. Κάθομαι κάτω και δακρύζω χωρίς ντροπή. Κανένας δε παίρνει τα μάτια του από την απέραντη θέα. Λυτρώνεται η ψυχή όλων μας.  Μια κοπέλα αναφωνεί "όχι ωραίο.. ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ". Πως να μην λευτερωθεί το μυαλό και συγχρόνως να προβληματιστεί? Αυτό που βλέπουμε γύρω μας είναι η ζωή. Γιατί έχουμε μπερδέψει την ουσία με τη συνήθεια? Γιατί δεν αγαπάμε τη "μήτρα" μας και επιζητούμε πλασματικές χαρές? Γιατί απορούμε για την ευτυχία και τη δυστυχία μας? Η θέα δε μας αφήνει να φύγουμε. Αγγίζουμε το άπειρο της Πελοποννήσου και μαζί του αγγίζουμε λίγο απ' το άπειρο της ψυχής μας. Δεν υπάρχει επιστροφή από αυτό το ταξίδι. Όλοι μείναμε εκεί πάνω. Μέσα μας. 

                Αυτό το ταξίδι είναι αφιερωμένο σ' αυτούς που ήρθαν, σ' αυτούς που δεν ήρθαν ..και σ' αυτούς που είναι πάντα εδώ..

 

Angie Μπαλτουμα