Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Μονή Μαρδακίου (21/03/16)

Η  Κυριακή που πέρασε δεν ήταν όπως είναι συνήθως οι Κυριακές για μένα. Καθόλου συνηθισμένη μάλιστα.

Έχοντας καλή παρέα και διάθεση για περιπέτεια ακολούθησα  τον Ορειβατικό Σύλλογο στη Νέδουσα και συγκεκριμένα στην ιστορική Μονή Μανδρακίου, όπου και πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις Μνήμης προς τιμήν των Αγωνιστών των «Πισινών Χωριών» κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης το 1821. Οι εκδηλώσεις έγιναν σε ένα άκρως κατανυκτικό και συνάμα πανηγυρικό κλίμα. Έπειτα, οι ντόπιοι είχαν ετοιμάσει γεύμα, μια λιτή αλλά πεντανόστιμη μανέστρα, το οποίο και φάγαμε για να έχουμε δυνάμεις για την πεζοπορία που ακολουθούσε. Η διαδρομή είχε ως εξής: Πεζοπορία από την Ι. Μ. Μανδρακίου προς την Ι. Μ. Βελανιδιάς με ενδιάμεση στάση την τοποθεσία «Του Λαγού το Χάνι».

Με ενθουσιασμό ξεκίνησα να κατεβαίνω το μονοπάτι μαζί με άλλους έμπειρους και μη ορειβάτες. Η διαδρομή ήταν μαγευτική. Τα δέντρα υψώνονταν από πάνω μας επιβλητικά και ο ήχος του νερού που κελάρυζε, χαλάρωνε το μυαλό μου καθαρίζοντάς το από τις σκέψεις. Άλλωστε, το μόνο που επιτρέπεται να σκέφτεται κανείς εκεί είναι το επόμενο βήμα που θα κάνει. Υπήρχαν πολλές στιγμές που ένιωθα σαν ένα μικρό παιδί που  ανακάλυπτε τον κόσμο εκείνη τη στιγμή. Έλεγα μάλιστα, άλλοτε μέσα μου και άλλοτε φωναχτά, πόση ομορφιά υπάρχει γύρω μας  την οποία δεν έχουμε γνωρίσει εξαιτίας ίσως της αδιαφορίας ή των ταχύτατων ρυθμών που διέπουν την ζωή μας καθημερινά.

Φτάνοντας στην πρώτη στάση, «Του λαγού το Χάνι», όπως προανέφερα είχαμε την ευκαιρία να ξεκουραστούμε για λίγο και να πάρουμε δυνάμεις για να διασχίσουμε το επόμενο μονοπάτι, το καλντερίμι που οδηγεί στην Ι. Μ Βελανιδιάς. Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα τι με περίμενε. Το έδαφος ήταν ανώμαλο και τα ακατάλληλα για τη διαδρομή παπούτσια μου, άρχισαν να με κουράζουν. Ο ενθουσιασμός μου μειωνόταν σιγά σιγά, αλλά τη θέση του έπαιρνε το πείσμα. Το πείσμα πως θα τα καταφέρω και θα φτάσω έως το τέρμα. Κάποιες φορές ένιωθα το σώμα μου να τρέμει, πρώτη φορά άλλωστε πεζοπορούσα σε τέτοια εδάφη για τόσες ώρες. Έπρεπε όμως να συνεχίσω. Ήταν κάτι που έλεγα συνεχώς στον εαυτό μου. Δε θα τα παρατούσα και ας ήταν σα να περπατώ ξυπόλητη σε αγκάθια μετά από κάποια ώρα. Δεν ήθελα επίσης να καθυστερήσω την ομάδα, το βράδυ ήταν κοντά και έπρεπε να βάλω τα δυνατά μου. Άλλωστε, όταν κάνεις ένα τέτοιο εγχείρημα η αλληλεγγύη και το ομαδικό πνεύμα είναι δεδομένα.

Έτσι στις 7.30 μ.μ., έχοντας πλέον σουρουπώσει και νιώθοντας το σώμα μου να καίει από την υπερπροσπάθεια έφτασα στον τελικό προορισμό. Ένιωσα περήφανη για τον εαυτό μου, επειδή όχι μόνο αρνήθηκα το κυριακάτικο χουζούρι στον καναπέ, αλλά και γιατί κατάφερα να διασχίσω όλη αυτή την απόσταση και να τερματίσω, ενώ παράλληλα είχα την ευκαιρία να απολαύσω την ανθισμένη και γεμάτη ζωή φύση σε όλο της το μεγαλείο, παρόλο που η άνοιξη θα ερχόταν επίσημα την επόμενη μέρα. Ήταν μια αξέχαστη εμπειρία ζωής, η οποία είναι στο χέρι μου να μην είναι η μοναδική.  

 

                                                                                Γιούλη Κωνσταντοπούλου, Φιλόλογος