Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Στα βουνά της κεντρικής Μεσσηνίας.

…μα καλά, γίνεται κάποιος γάμος εδώ;

   Στον ορειβατικό σύλλογο έχει καθιερωθεί εδώ και χρόνια, σε κάθε εξόρμηση, κάποιος από τους συμμετέχοντες να περιγράφει την εμπειρία του μέσω ενός κειμένου που δημοσιεύουμε εβδομαδιαία. Η άποψή μας είναι ότι θα πρέπει να λειτουργούμε συλλογικά και ότι ένας σύλλογος δεν πρέπει να είναι τα δύο ή τρία άτομα που τον διοικούν αλλά το σύνολο των μελών που συμμετέχουν στις δράσεις του. Έτσι στο πλαίσιο αυτό επιδίωξή μας είναι, κάθε φορά, η περιγραφή της εξόρμησης να γίνεται, κατά το δυνατό από διαφορετικό άτομο και ιδιαίτερα από ανθρώπους που είναι καινούργιοι στο σύλλογο ή που κάνουν τις πρώτες τους επαφές με το βουνό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχουμε κείμενα που διαφέρουν ως προς το ύφος, την προσέγγιση αλλά και τη γνώση του αντικειμένου.
   Η περιγραφή που ακολουθεί αφορά την εξόρμηση στην κεντρική Μεσσηνία, την ανάβαση στην κορυφή Πρ. Ηλίας (1006μ) και τον τερματισμό στο χωριό Μαγγανιακό όπου εκεί μας περίμενε πραγματικά μια πολύ μεγάλη έκπληξη από την υποδοχή και φιλοξενία του τοπικού πολιτιστικού συλλόγου. Το κείμενο γράφει ένας νέος φίλος του Συλλόγου ο Μάριος Μπιτσάνης που ήρθε από τη Σουηδία ενώ τη μετάφραση έχει κάνει ο Δημήτρης Μήτρος.

 

     Όλα ξεκίνησαν το πρωί της Κυριακής, περίπου 6:45 έξω από την αίθουσα του Ορειβατικού Συλλόγου Καλαμάτας. Ο καιρός ήταν φανταστικός και ζεστός για την εποχή και ο ουρανός πεντακάθαρος και γαλανός. Μία υπέροχη μέρα είναι έτοιμη να αρχίσει και η διάθεση είναι στα ύψη γνωρίζοντας ότι το ταξίδι μας σύντομα θα ξεκινήσει. Ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί έξω από τα γραφεία του Συλλόγου. Όλοι αγουροξυπνημένοι και πολλοί με ένα καφέ στο χέρι, αλλά με τέλεια διάθεση, περιμένουν τον αρχηγό της αποστολής να δώσει το o.k. για να ξεκινήσουμε. Το λεωφορείο ήταν ήδη στη θέση του.

     Ήταν 07.00 η ώρα το πρωί όταν χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας και ξεκινήσαμε όλοι να μπαίνουμε ένας, ένας στο λεωφορείο. Εγώ έκατσα στο βάθος, στη λεγόμενη «γαλαρία», παρέα με δύο φιλαράκια μου και σε 10 λεπτά είχαμε όλοι τακτοποιηθεί στις θέσεις μας. Το λεωφορείο ξεκίνησε τη διαδρομή του. Κοντεύαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, το χωριό Αετός, όταν είδαμε στο απέναντι βουνό φλόγες να ξεπηδούν από ένα σημείο με πυκνή βλάστηση. Δεν ξέραμε εάν η φωτιά είχε ανάψει από ντόπιους για να καθαρίσουν τα κτήματά τους ή από κάποιον ασυνείδητο. Εμείς πάντως ειδοποιήσαμε την πυροσβεστική υπηρεσία, η οποία έλαβε γνώση για το γεγονός και θα φρόντιζε να το αντιμετωπίσει.

    Φτάνοντας στο χωριό, περάσαμε από πολύ στενά δρομάκια και σταματήσαμε σε ένα όμορφο σημείο, κάτω από θεόρατα πλατάνια και δίπλα σε μια πηγή που ανέβλυζε γάργαρο νερό. Κατεβήκαμε όλοι από το λεωφορείο και ξεκινήσαμε να ετοιμαζόμαστε. Σακίδια, μπουκαλάκια με νερό, καπελάκια για τον ήλιο και όλος ο εξοπλισμός έπαιρνε τη θέση του σιγά, σιγά ώστε να είμαστε έτοιμοι για την πεζοπορία. Χρειάστηκε να περιμένουμε αρκετά μέχρι ο αρχηγός της αποστολής να μας ενημερώσει τελικά ότι υπήρχε πρόβλημα με το λεωφορείο. Ο δρόμος στη συνέχεια ήταν στενός και δεν μπορούσε το λεωφορείο εύκολα να μας μεταφέρει στο σημείο προορισμού. Έτσι αποφασίστηκε να ξεκινήσουμε την πεζοπορία από άλλο σημείο. Σε λίγα λεπτά είχαμε όλοι επιβιβαστεί και το λεωφορείο ξεκίνησε για το δεύτερο σημείο.

      Περάσαμε από το μεγάλο χωριό Μελιγαλά και προχωρώντας μπήκαμε στο χωριουδάκι Ζερμπίσια και συνεχίσαμε εως τον οικισμό Κεφαλινού όπου και σταματήσαμε. Εκεί μας υποδέχθηκαν οι χωριανοί και ο οδηγός-ειδικός στα μονοπάτια της περιοχής. Ξεκινήσαμε όλοι μαζί σιγά, σιγά. Ο δρόμος ξεκίνησε ομαλός αλλά σταδιακά άρχισε να γίνεται πιο τραχύς και ανηφορικός. Θα είχαν περάσει δύο ώρες περίπου όταν σταματήσαμε σε ένα ξέφωτο στην κορυφή ενός μικρού λόφου με θαυμάσια θέα για να πάρουμε μια ανάσα και να τσιμπήσουμε κάτι. Δε θα είχαν περάσει πάνω από δέκα λεπτά όταν την αποστολή συμπλήρωσαν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Άγγλων, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο που ήμασταν από έναν αγροτικό δρόμο της περιοχής.

     Αυτό ήταν το εύκολο κομμάτι. Από δω και πέρα ξεκινάει ο λόγος για τον οποίο ήρθαμε, η περιπέτεια!! Έπρεπε να φτάσουμε στην κορυφή του βουνού, μια ανάβαση αρκετά δύσκολη, καθώς το μονοπάτι, εάν μπορεί κανείς να το πει μονοπάτι, ήταν γεμάτο από κοφτερές πέτρες, πυκνή βλάστηση και ανηφορική διαδρομή, ένας συνδυασμός που ανεβάζει την αδρεναλίνη στα ύψη. Ακολουθήσαμε όλη την κορυφογραμμή και πολύ ώρα αργότερα φτάσαμε επιτέλους στην κορυφή του βουνού. Η θέα και μόνο από εκείνο το σημείο σου κόβει την ανάσα! Μπορούσες να δεις την Μεγαλόπολη από τη μία πλευρά, την πυραμίδα (κορυφή Προφήτη Ηλία) του Ταϋγέτου από την άλλη ή πράσινο μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Ήταν η δεύτερη και μεγαλύτερη στάση μας σε αυτό το σημείο. Κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να αλλάξουν ρούχα ή να δροσιστούν ή να τραβήξουν φωτογραφίες για να απαθανατίσουν τη στιγμή. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΕΠΙΤΕΥΧΘΗΚΕ !

   Τώρα ξεκινά ο μακρύς δρόμος της επιστροφής. Μονοπάτι κατηφορικό, πετρώδες, θάμνοι παντού, χαρακτηριστικό τοπίο της ελληνικής γης! Ανεβοκατεβήκαμε πολλές φορές φτάνοντας σε ένα χωματόδρομο. Εκεί μας περίμενε ένα αγροτικό αυτοκίνητο για να παραλάβει όποιον τυχόν δε μπορούσε να ακολουθήσει παραπέρα. Ακολουθήσαμε για λίγο το χωματόδρομο, ο οποίος μας έδινε δύο επιλογές, όσοι ήθελαν μπορούσαν να πάρουν ένα πιο σύντομο δρόμο για να φτάσουν στο χωριό, το χωριό Μαγγανιακό που ήταν και ο τελικός μας προορισμός, ή να συνεχίσουν όπως προέβλεπε το πρόγραμμα.

    Αφού συμπληρώσαμε έξι ώρες πεζοπορίας, φτάσαμε επιτέλους στο χωριό και εμείς, όπως και ο Οδυσσέας στην Ιθάκη του. Οι κάτοικοι περίμεναν να μας υποδεχτούν με λουλούδια στο χέρι και μας είχαν ετοιμάσει μια έκπληξη. Μας είπαν να περάσουμε στην αίθουσα του συλλόγου του χωριού όπου αντικρίσαμε δύο σειρές από τραπέζια στρωμένα σαν να επρόκειτο για κάποιο γλέντι. Μάλιστα κάποιος από την παρέα αναρωτήθηκε «μα καλά, γίνεται κάποιος γάμος εδώ;». Και όμως ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού φρόντισε να υποδεχθεί τους ταξιδιώτες με παραδοσιακά εδέσματα του τόπου. Φάγαμε, ήπιαμε, χορέψαμε, τραγουδήσαμε!

    Η φιλοξενία αυτών των ανθρώπων θα μας μείνει αξέχαστη.

    Ήταν περασμένες 19.00 όταν το λεωφορείο ξεκίνησε να μας γυρίσει πίσω. Ήμασταν όλοι αποκαμωμένοι. Μια υπέροχη μέρα είχε φτάσει στο τέλος της

Συντάκτες Μάριος Μπιτσάνης Δημήτρης Μήτρος